Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γριπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη γρίπη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γριπικός < γρίπη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγριπικόςγριπικήγριπικό
Γενικήγριπικούγριπικήςγριπικού
Αιτιατικήγριπικόγριπικήγριπικό
Κλητικήγριπικέγριπικήγριπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγριπικοίγριπικέςγριπικά
Γενικήγριπικώνγριπικώνγριπικών
Αιτιατικήγριπικούςγριπικέςγριπικά
Κλητικήγριπικοίγριπικέςγριπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →