γροθιά
•
- το άκρο χέρι, όταν τα δάχτυλα είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης Βικιλεξικό
- σφίγγω τη γροθιά μου
- Έσφιξε τη γροθιά του, δάγκωσε τα χείλια του, έτριξαν τα δόντια του· ήταν οργισμένος.
- το χτύπημα που καταφέρει κάποιος με την εξωτερική πλευρά της πρώτης φάλαγγας των δαχτύλων, ενώ αυτά είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης Βικιλεξικό
- Ο Σολοβάιδ ατάραχος του δίνει μια δυνστή γροθιά στο μήλο του Αδάμ και τον σωριάζει ακαριαία στο πάτωμα. (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μνήμες Σκοτεινά Αναδυόμενες, AKAKIA Publications, 2013)
- μεταφορικάπλήγμα εναντίον θεσμού, φορέα ή προσώπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γροθιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γροθιά < γρόθος < γρόνθος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή γρόνθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γροθιά | γροθιές |
| Γενική | γροθιάς | γροθιών |
| Αιτιατική | γροθιά | γροθιές |
| Κλητική | γροθιά | γροθιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →