γρόθος
•
- γρονθοκόπημα Βικιλεξικό
- 19ος αιώνας, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1824-1879, Φωτεινός, Άσμα Δεύτερον, στίχ. 295 (293-295), @greek-language.gr
- ιδιωματικόΚρήτη και πολλά άλλα μέρη Βικιλεξικό
- ιδιωματικόΚρήτη και πολλά άλλα μέρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρόθος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γρόθος < γρόνθος < ελληνιστική κοινή γρόνθος. Συγκρίνετε με το γροθιά.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γρόθος | γρόθοι |
| Γενική | γρόθου | γρόθων |
| Αιτιατική | γρόθο | γρόθους |
| Κλητική | γρόθε | γρόθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →