Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γρουσουζλαμάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ανάποδος άνθρωπος, ο γρουσούζης αλλά όχι τόσο με την έννοια της κακοτυχίας που κουβαλάει, όσο με την αναποδιά του, με την κακή συμπεριφορά του, με την αρνητική στάση ζωής που υιοθετεί, με τις φωνές, τους καβγάδες του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γρουσουζλαμάς < τουρκική uğursuzluk (γρουσουζιά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγρουσουζλαμάςγρουσουζλαμάδες
Γενικήγρουσουζλαμάγρουσουζλαμάδων
Αιτιατικήγρουσουζλαμάγρουσουζλαμάδες
Κλητικήγρουσουζλαμάγρουσουζλαμάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →