γρουσουζλαμάς
•
- ο ανάποδος άνθρωπος, ο γρουσούζης αλλά όχι τόσο με την έννοια της κακοτυχίας που κουβαλάει, όσο με την αναποδιά του, με την κακή συμπεριφορά του, με την αρνητική στάση ζωής που υιοθετεί, με τις φωνές, τους καβγάδες του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρουσουζλαμάς < τουρκική uğursuzluk (γρουσουζιά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γρουσουζλαμάς | γρουσουζλαμάδες |
| Γενική | γρουσουζλαμά | γρουσουζλαμάδων |
| Αιτιατική | γρουσουζλαμά | γρουσουζλαμάδες |
| Κλητική | γρουσουζλαμά | γρουσουζλαμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →