γρόνθος
•
- λόγιοη γροθιά Βικιλεξικό
- Όλοι έσφιξαν στο γρόνθο τους τους αγέρες / Για να τους αφήσουν ελεύθερους ύστερα / Όταν θα έχει ησυχάσει η ταραχή (Γεώργιος Σαραντάρης, Να μη μου πεις..., 1940)
Ετυμολογία
γρόνθος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γρόνθος. Συγκρίνετε με το γρόθος, γροθιά.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γρόνθος | γρόνθοι |
| Γενική | γρόνθου | γρόνθων |
| Αιτιατική | γρόνθο | γρόνθους |
| Κλητική | γρόνθε | γρόνθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →