γρονθοκοπώ
•
- χτυπώ με τους γρόνθους, με τις γροθιές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρονθοκοπώ < ελληνιστική κοινή γρονθοκοπῶ < γρόνθος + -κοπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γρονθοκοπάω / γρονθοκοπώ | γρονθοκοπάς | γρονθοκοπά / γρονθοκοπάει | γρονθοκοπάμε / γρονθοκοπούμε | γρονθοκοπάτε | γρονθοκοπάν / γρονθοκοπάνε / γρονθοκοπούν / γρονθοκοπούνε |
| Παρατατικός | γρονθοκοπούσα | γρονθοκοπούσες | γρονθοκοπούσε | γρονθοκοπούσαμε | γρονθοκοπούσατε | γρονθοκοπούσαν / γρονθοκοπούσανε |
| Αόριστος | γρονθοκόπησα | γρονθοκόπησες | γρονθοκόπησε | γρονθοκοπήσαμε | γρονθοκοπήσατε | γρονθοκοπήσαν / γρονθοκοπήσανε / γρονθοκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα γρονθοκοπάω / θα γρονθοκοπήσω / θα γρονθοκοπώ | θα γρονθοκοπάς / θα γρονθοκοπήσεις | θα γρονθοκοπά / θα γρονθοκοπάει / θα γρονθοκοπήσει | θα γρονθοκοπάμε / θα γρονθοκοπήσουμε / θα γρονθοκοπούμε | θα γρονθοκοπάτε / θα γρονθοκοπήσετε | θα γρονθοκοπάν / θα γρονθοκοπάνε / θα γρονθοκοπήσουν / θα γρονθοκοπήσουνε / θα γρονθοκοπούν / θα γρονθοκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω γρονθοκοπήσει | έχεις γρονθοκοπήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γρονθοκοπήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γρονθοκοπήσει / να γρονθοκοπάω / να γρονθοκοπήσω / να γρονθοκοπώ | να έχεις γρονθοκοπήσει / να γρονθοκοπάς / να γρονθοκοπήσεις | να γρονθοκοπά / να γρονθοκοπάει / να γρονθοκοπήσει | να γρονθοκοπάμε / να γρονθοκοπήσουμε / να γρονθοκοπούμε | να γρονθοκοπάτε / να γρονθοκοπήσετε | να γρονθοκοπάν / να γρονθοκοπάνε / να γρονθοκοπήσουν / να γρονθοκοπήσουνε / να γρονθοκοπούν / να γρονθοκοπούνε |
| Προστακτική | — | γρονθοκόπα / γρονθοκόπαγε / γρονθοκόπησε | — | — | γρονθοκοπάτε / γρονθοκοπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →