Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυμνόστηθος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει γυμνό το στήθος του Βικιλεξικό
    • Επεισοδιακή ήταν η χριστουγεννιάτικη λειτουργία στον καθεδρικό ναό της Κολονίας, όπου εισέβαλε εν μέσω του κηρύγματος μία νεαρή κοπέλα η οποία ανέβηκε γυμνόστηθη στην Αγία Τράπεζα, φωνάζοντας «πιστεύω στην ελεύθερη γυναίκα που έχει δική της βούληση». (*)

Ετυμολογία

γυμνόστηθος < γυμνός + -ο-+ στήθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγυμνόστηθοςγυμνόστηθηγυμνόστηθο
Γενικήγυμνόστηθουγυμνόστηθηςγυμνόστηθου
Αιτιατικήγυμνόστηθογυμνόστηθηγυμνόστηθο
Κλητικήγυμνόστηθεγυμνόστηθηγυμνόστηθο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγυμνόστηθοιγυμνόστηθεςγυμνόστηθα
Γενικήγυμνόστηθωνγυμνόστηθωνγυμνόστηθων
Αιτιατικήγυμνόστηθουςγυμνόστηθεςγυμνόστηθα
Κλητικήγυμνόστηθοιγυμνόστηθεςγυμνόστηθα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →