γυφτιά
•
- η απουσία αξιοπρέπειας και η μικροπρεπής πράξη Βικιλεξικό
- μεταφορικάμικρότητα, ανηθικότητα για ασήμαντη αιτία / όφελος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυφτιά < γύφτος + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυφτιά | γυφτιές |
| Γενική | γυφτιάς | γυφτιών |
| Αιτιατική | γυφτιά | γυφτιές |
| Κλητική | γυφτιά | γυφτιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →