κατσιβελιά
•
- η ιδιότητα, η συμπεριφορά ή τα γνωρίσματα που αρμόζουν σε κατσίβελο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατσιβελιά < κατσίβελος + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσιβελιά | κατσιβελιές |
| Γενική | κατσιβελιάς | κατσιβελιών |
| Αιτιατική | κατσιβελιά | κατσιβελιές |
| Κλητική | κατσιβελιά | κατσιβελιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →