γόβα
•
- υπόδησηείδος κλειστού γυναικείου υποδήματος χωρίς κορδόνια και συνήθως με ψηλό τακούνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γόβα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γόβα < πιθανόν βενετική goba (ιταλική gobba) < λατινική *gŭbbus / gibbus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱewb-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γόβα | γόβες |
| Γενική | γόβας | — |
| Αιτιατική | γόβα | γόβες |
| Κλητική | γόβα | γόβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →