γύφτισσα
•
- θηλυκό του γύφτος Βικιλεξικό
- Γύφτισσα τονε βύζαξε, για τούτο έχει φτερά. / Σέρβικο τραγούδι
- Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα.
Ετυμολογία
γύφτισσα < γύφτ(ος) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γύφτισσα | γύφτισσες |
| Γενική | γύφτισσας | γυφτισσών |
| Αιτιατική | γύφτισσα | γύφτισσες |
| Κλητική | γύφτισσα | γύφτισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →