δέκατος
•
- που ακολουθεί τον ένατο, που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν δέκα (10) Βικιλεξικό
- ο ένας από τους δέκα ίσους όρους ενός συνόλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
δέκαταδέκατεδέκατεςδέκατηδέκατηςδέκατοδέκατοιδέκατοςδέκατουδέκατουςδέκατων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →