δέμα
•
- η συσκευασία στην οποία έχουν τοποθετηθεί διάφορα αντικείμενα για μεταφορά ή για ασφάλεια από ζημιές Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο εσωτερικό μαντήλι κεφαλής (κεφαλόδεσμος) των γυναικών (κυρίως των ηλικιωμένων) της Λευκάδας, με το οποίο συγκρατούσαν τα μαλλιά τους και το οποίο έδεναν κάτω από το κανονικό, εξωτερικό μαντήλι που φορούσαν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δέμα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δέμα (< αρχαία ελληνική δέω: δένω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δέμα | δέματα |
| Γενική | δέματος | δεμάτων |
| Αιτιατική | δέμα | δέματα |
| Κλητική | δέμα | δέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →