δέρνομαι
•
- μεταφορικάθρηνώ εξαιτίας μεγάλης θλίψης ή απόγνωσης, χτυπιέμαι, αυτοτιμωρούμαι Βικιλεξικό
- όσο κι αν κλαις κι αν δέρνεσαι, δεν θα αλλάξει τίποτε
- Οἱ φόνοι καὶ τὰ κρίματα ἔπλεξαν πλοκὸ καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν ψυχὴ νὰ διαβῇ τὸ τρίχινο γεφύρι στὸν Κάτω Κόσμο. Φορτωμένη μὲ χοντρὲς ἁλυσίδες, σκλάβα σέρνεται στοὺς τόπους ποῦ κριμάτισε, θρηνολογεῖ καὶ δέρνεται βαρύγνωμη καὶ ἀλύτρωτη πάντα. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι κουρσάροι, Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
Ετυμολογία
δέρνομαι < αρχαία ελληνική δέρω
Άλλοι τύποι
δέρνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →