δέση
•
- σπάνιοτο δέσιμο Βικιλεξικό
- φιλολογίαη πλοκή της υπόθεσης ενός έργου μέχρι την κορύφωση της ευτυχίας ή δυστυχίας ενός ήρωα Βικιλεξικό
- λαϊκότροπονεροδεσιά, υδατοφράκτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δέση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δέσις < δέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δέση | δέσεις |
| Γενική | δέσης | δέσεων |
| Αιτιατική | δέση | δέσεις |
| Κλητική | δέση | δέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →