λύση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λύνω Βικιλεξικό
- αποδέσμευση, απαλλαγή Βικιλεξικό
- εύρεση του ζητούμενου σε πρόβλημα, αίνιγμα κτλ. Βικιλεξικό
- η λύση του προβλήματος
- κατάργηση, ακύρωση νομικού ή ηθικού δεσμού Βικιλεξικό
- η λύση του συμβολαίου
- κανονισμός, διευθέτηση (ενός ζητήματος) Βικιλεξικό
- έκβαση, τερματισμός της υπόθεσης ενός λογοτεχνήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λύση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λύ(σις) + -ση < λύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λύση | λύσεις |
| Γενική | λύσης | λύσεων |
| Αιτιατική | λύση | λύσεις |
| Κλητική | λύση | λύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →