δέσμη
•
- ένα σύνολο από πολλά αντικείμενα ίδιου είδους, τα οποία είτε είναι δεμένα μεταξύ τους, είτε τα συγκρατεί μια κλωστή, σπάγκος, περιτύλιγμα Βικιλεξικό
- Δέσμη εγγράφων.
- καθετί που παρουσιάζεται ή θεωρείται ως σύνολο ομοειδών πραγμάτων με κοινή προέλευση ή κοινό στόχο Βικιλεξικό
- Δέσμη φορολογικών μέτρων.
- εκπαίδευσηκαθεμιά από τις ομάδες μαθημάτων (μαθήματα δέσμης) που όφειλαν να παρακολουθήσουν οι μαθητές της τελευταίας τάξης του λυκείου και στα οποία εξετάζονταν στο τέλος της σχολικής περιόδου (πανελλαδικές εξετάσεις) για να εισαχθούν σε συγκεκριμένες σχολές των ΑΕΙ και ΤΕΙ Βικιλεξικό
- προσανατολισμένη ακτινοβολία Βικιλεξικό
- Δέσμη φωτός.
Ετυμολογία
δέσμη < αρχαία ελληνική δέσμη (δεμάτι) < δέω (δένω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δέσμη | δέσμες |
| Γενική | δέσμης | δεσμών |
| Αιτιατική | δέσμη | δέσμες |
| Κλητική | δέσμη | δέσμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →