Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίγαμος

/ˈði.ɣa.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κάνει δεύτερο γάμο χωρίς να έχει διαλυθεί ο προηγούμενος (λόγω χηρείας ή χωρισμού) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίγαμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίγαμος < (δίς) δί- + γάμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίγαμοςδίγαμηδίγαμο
Γενικήδίγαμουδίγαμηςδίγαμου
Αιτιατικήδίγαμοδίγαμηδίγαμο
Κλητικήδίγαμεδίγαμηδίγαμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίγαμοιδίγαμεςδίγαμα
Γενικήδίγαμωνδίγαμωνδίγαμων
Αιτιατικήδίγαμουςδίγαμεςδίγαμα
Κλητικήδίγαμοιδίγαμεςδίγαμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →