Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίγλυφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δύο γλυφές, δύο σκαλίσματα Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδίγλυφο: καλλιτέχνημα με δύο γλυφές, δύο σκαλίσματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίγλυφος < ελληνιστική κοινή δίγλυφος < αρχαία ελληνική δι- + γλύφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίγλυφοςδίγλυφηδίγλυφο
Γενικήδίγλυφουδίγλυφηςδίγλυφου
Αιτιατικήδίγλυφοδίγλυφηδίγλυφο
Κλητικήδίγλυφεδίγλυφηδίγλυφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίγλυφοιδίγλυφεςδίγλυφα
Γενικήδίγλυφωνδίγλυφωνδίγλυφων
Αιτιατικήδίγλυφουςδίγλυφεςδίγλυφα
Κλητικήδίγλυφοιδίγλυφεςδίγλυφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →