γλύφω
•
- παρωχημένολαξεύω, επεξεργάζομαι την πέτρα ή άλλο σκληρό υλικό με σκοπό την παραγωγή ενός γλυπτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλύφω < αρχαία ελληνική γλύφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *glewbʰ- (χωρίζω, διαιρώ) ::(Δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το ομόηχο γλείφω, ούτε με το επίθετο γλυφός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλύφω | γλύφεις | γλύφει | γλύφουμε | γλύφετε | γλύφουν / γλύφουνε |
| Παρατατικός | έγλυφα | έγλυφες | έγλυφε | γλύφαμε | γλύφατε | έγλυφαν / γλύφαν / γλύφανε |
| Αόριστος | έγλυψα | έγλυψες | έγλυψε | γλύψαμε | γλύψατε | έγλυψαν / γλύψαν / γλύψανε |
| Μέλλοντας | θα γλύφω / θα γλύψω | θα γλύφεις / θα γλύψεις | θα γλύφει / θα γλύψει | θα γλύφουμε / θα γλύψουμε | θα γλύφετε / θα γλύψετε | θα γλύφουν / θα γλύφουνε / θα γλύψουν / θα γλύψουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλύψει | έχεις γλύψει | έχει γλύψει | έχουμε γλύψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλύψει | είχες γλύψει | είχε γλύψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γλύψει / να γλύφω / να γλύψω | να έχεις γλύψει / να γλύφεις / να γλύψεις | να έχει γλύψει / να γλύφει / να γλύψει | να έχουμε γλύψει / να γλύφουμε / να γλύψουμε | να γλύφετε / να γλύψετε | να γλύφουν / να γλύφουνε / να γλύψουν / να γλύψουνε |
| Προστακτική | — | γλύφε / γλύψε | — | — | γλύφετε / γλύψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →