δίγραφος
•
- γραμματικήπου σχηματίζεται από δύο γράμματα και, στη γλωσσολογία, συνήθως λειτουργεί ως μία ενιαία γραφική ή φωνητική μονάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίγραφος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική digraphique < digraphe < αρχαία ελληνική δι- + γράφω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίγραφος | δίγραφη | δίγραφο |
| Γενική | δίγραφου | δίγραφης | δίγραφου |
| Αιτιατική | δίγραφο | δίγραφη | δίγραφο |
| Κλητική | δίγραφε | δίγραφη | δίγραφο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίγραφοι | δίγραφες | δίγραφα |
| Γενική | δίγραφων | δίγραφων | δίγραφων |
| Αιτιατική | δίγραφους | δίγραφες | δίγραφα |
| Κλητική | δίγραφοι | δίγραφες | δίγραφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →