Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίζυγο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. όργανο γυμναστικής με δύο παράλληλες μεταξύ τους και οριζόντιες προς το έδαφος δοκούς που στηρίζονται σε άλλες (κάθετες στο έδαφος) Βικιλεξικό
  2. αθλητισμόςτο σχετικό άθλημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίζυγο < δι- + ζυγός + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίζυγοδίζυγα
Γενικήδίζυγουδίζυγων
Αιτιατικήδίζυγοδίζυγα
Κλητικήδίζυγοδίζυγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →