Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίκροτος

/ˈði.kɾo.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου εμφανίζει σε κάθε συστολή και μία δεύτερη σφύξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίκροτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίκροτος. Συγχρονικά αναλύεται σε δί- + κρότος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίκροτοςδίκροτηδίκροτο
Γενικήδίκροτουδίκροτηςδίκροτου
Αιτιατικήδίκροτοδίκροτηδίκροτο
Κλητικήδίκροτεδίκροτηδίκροτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίκροτοιδίκροτεςδίκροτα
Γενικήδίκροτωνδίκροτωνδίκροτων
Αιτιατικήδίκροτουςδίκροτεςδίκροτα
Κλητικήδίκροτοιδίκροτεςδίκροτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →