Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρίκροτος

/ˈtɾi.kɾo.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου εμφανίζει στον σφυγμογράφο μία κορυφή και δύο ανάρσεις στη γραμμή της καθόδου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρίκροτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τρίκροτος. Συγχρονικά αναλύεται σε τρί- + κρότος. Η σημασία για την ιατρική, κατά το ελληνιστικό δίκροτος (εννοείται σφυγμός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρίκροτοςτρίκροτητρίκροτο
Γενικήτρίκροτουτρίκροτηςτρίκροτου
Αιτιατικήτρίκροτοτρίκροτητρίκροτο
Κλητικήτρίκροτετρίκροτητρίκροτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρίκροτοιτρίκροτεςτρίκροτα
Γενικήτρίκροτωντρίκροτωντρίκροτων
Αιτιατικήτρίκροτουςτρίκροτεςτρίκροτα
Κλητικήτρίκροτοιτρίκροτεςτρίκροτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →