Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίκτυο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πλέγμα νημάτινο ή συρμάτινο προοριζόμενο για θήρα ζώων, ή αλιεία (κοινώς δίχτυ) Βικιλεξικό
  2. σύμπλεγμα με πολλαπλές διασταυρώσεις ή διακλαδώσεις Βικιλεξικό
    • οδικό δίκτυο
    • σιδηροδρομικό δίκτυο, δίκτυο ηλεκτροδότησης, ή ηλεκτρικών γραμμών, δίκτυο επικοινωνιών ή τηλεφωνικών γραμμών
    • Το δίκτυο, ως γενικός ορισμός, αποτελεί ένα σύστημα το οποίο συνδέει τοποθεσίες, αντικείμενα, ακόμα και άτομα, με την χρήση ενός μέσου, με στόχο την εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού. Έτσι, έχουμε το οδικό δίκτυο, που ως μέσο χρησιμοποιεί τους δρόμους, ή το δίκτυο ύδρευσης, που χρησιμοποιεί ως μέσο τους σωλήνες.
  3. σύμπλεγμα σωληνώσεων ειδικού σκοπού εγκαταστάσεων Βικιλεξικό
    • πυροσβεστικό δίκτυο, δίκτυο φόρτωσης, δίκτυο εξαερισμού κ.λπ.
  4. οργάνωση προσώπων και μέσων επί ειδικού σκοπού Βικιλεξικό
    • δίκτυο αντιπροσώπων, δίκτυο ανταποκριτών, δίκτυο κατασκόπων κ.λπ.
  5. ένα σύνολο αντικειμένων (π.χ. τηλεφώνων, υπολογιστών) ή ανθρώπων που συνδέονται με έναν σύνθετο τρόπο μεταξύ τους, για να εξυπηρετήσουν κάποιο σκοπό. Βικιλεξικό
  6. πληροφορικήείναι το δίκτυο υπολογιστών Βικιλεξικό
    • Στον τομέα της πληροφορικής, ένα δίκτυο υπολογιστών (computer network), ή απλά δίκτυο (network), είναι ένα σύνολο δύο ή περισσότερων διασυνδεδεμένων υπολογιστικών συσκευών (υπολογιστές, έξυπνα κινητά, έξυπνες συσκευές), οι οποίες ανταλλάσσουν δεδομένα μεταξύ τους.

Ετυμολογία

δίκτυο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίκτυον, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réseau και την αγγλική net

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίκτυοδίκτυα
Γενικήδίκτυου / δικτύουδικτύων
Αιτιατικήδίκτυοδίκτυα
Κλητικήδίκτυοδίκτυα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →