Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικτυώνω

/ði.ktiˈo.no/ρήμα
•
  1. συμβάλλω στο να γνωρίσει κάποιος κόσμο και ν’ αποκτήσει σχέσεις με ανθρώπους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικτυώνω < δίκτυο + -ώνω < αρχαία ελληνική δίκτυον < δικεῖν

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδικτυώνωδικτυώνειςδικτυώνειδικτυώνουμεδικτυώνετεδικτυώνουν / δικτυώνουνε
Παρατατικόςδικτύωναδικτύωνεςδικτύωνεδικτυώναμεδικτυώνατεδικτυώναν / δικτυώνανε / δικτύωναν
Αόριστοςδικτύωσαδικτύωσεςδικτύωσεδικτυώσαμεδικτυώσατεδικτυώσαν / δικτυώσανε / δικτύωσαν
Μέλλονταςθα δικτυώνω / θα δικτυώσωθα δικτυώνεις / θα δικτυώσειςθα δικτυώνει / θα δικτυώσειθα δικτυώνουμε / θα δικτυώσουμεθα δικτυώνετε / θα δικτυώσετεθα δικτυώνουν / θα δικτυώνουνε / θα δικτυώσουν / θα δικτυώσουνε
Παρακείμενοςέχω δικτυώσειέχεις δικτυώσειέχει δικτυώσειέχουμε δικτυώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα δικτυώσειείχες δικτυώσειείχε δικτυώσει———
Υποτακτικήνα έχω δικτυώσει / να δικτυώνω / να δικτυώσωνα έχεις δικτυώσει / να δικτυώνεις / να δικτυώσειςνα έχει δικτυώσει / να δικτυώνει / να δικτυώσεινα έχουμε δικτυώσει / να δικτυώνουμε / να δικτυώσουμενα δικτυώνετε / να δικτυώσετενα δικτυώνουν / να δικτυώνουνε / να δικτυώσουν / να δικτυώσουνε
Προστακτική—δικτύωνε / δικτύωσε——δικτυώνετε / δικτυώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

δικτυώθηκαδικτυώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →