δικτυώνω
•
- συμβάλλω στο να γνωρίσει κάποιος κόσμο και ν’ αποκτήσει σχέσεις με ανθρώπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικτυώνω < δίκτυο + -ώνω < αρχαία ελληνική δίκτυον < δικεῖν
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δικτυώνω | δικτυώνεις | δικτυώνει | δικτυώνουμε | δικτυώνετε | δικτυώνουν / δικτυώνουνε |
| Παρατατικός | δικτύωνα | δικτύωνες | δικτύωνε | δικτυώναμε | δικτυώνατε | δικτυώναν / δικτυώνανε / δικτύωναν |
| Αόριστος | δικτύωσα | δικτύωσες | δικτύωσε | δικτυώσαμε | δικτυώσατε | δικτυώσαν / δικτυώσανε / δικτύωσαν |
| Μέλλοντας | θα δικτυώνω / θα δικτυώσω | θα δικτυώνεις / θα δικτυώσεις | θα δικτυώνει / θα δικτυώσει | θα δικτυώνουμε / θα δικτυώσουμε | θα δικτυώνετε / θα δικτυώσετε | θα δικτυώνουν / θα δικτυώνουνε / θα δικτυώσουν / θα δικτυώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δικτυώσει | έχεις δικτυώσει | έχει δικτυώσει | έχουμε δικτυώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δικτυώσει | είχες δικτυώσει | είχε δικτυώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δικτυώσει / να δικτυώνω / να δικτυώσω | να έχεις δικτυώσει / να δικτυώνεις / να δικτυώσεις | να έχει δικτυώσει / να δικτυώνει / να δικτυώσει | να έχουμε δικτυώσει / να δικτυώνουμε / να δικτυώσουμε | να δικτυώνετε / να δικτυώσετε | να δικτυώνουν / να δικτυώνουνε / να δικτυώσουν / να δικτυώσουνε |
| Προστακτική | — | δικτύωνε / δικτύωσε | — | — | δικτυώνετε / δικτυώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
δικτυώθηκαδικτυώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →