Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίολκος

/ˈði.ol.kos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίαειδικά κατασκευασμένο μονοπάτι πάνω στο οποίο έσερναν τα πλοία στην αρχαιότητα, προκειμένου να τα περάσουν από τη μια μεριά του ισθμού της Κορίνθου στην άλλη Βικιλεξικό
    • Η Δίολκος (ορθό και ως αρσενικό: Ο Δίολκος) ήταν ο ειδικής κατασκευής πλακόστρωτος δρόμος που συνέδεε τις δύο άκρες του Ισθμού της Κορίνθου και πάνω στον οποίο σύρονταν κατά την αρχαιότητα από δούλους τα πλοία από τον Κορινθιακό στον Σαρωνικό Κόλπο και αντίστροφα. (www.lifo.gr, 25.07.2013)

Ετυμολογία

δίολκος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίολκος (αρσενικό) < αρχαία ελληνική διέλκω < διά (δί-) + ἕλκω / ὁλκός (ουσιαστικό και επίθετο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίολκοςδίολκοι
Γενικήδίολκου / διόλκουδιόλκων
Αιτιατικήδίολκοδίολκους / διόλκους
Κλητικήδίολκεδίολκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →