Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολκός

/olˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυλάκωση αυλάκι (που έχει σχηματιστεί από κάτι που σύρθηκε) Βικιλεξικό
  2. τεχνολογίασυνώνυμο του ελκυστήρας Βικιλεξικό
  3. τεχνολογίασύστημα που χρησιμεύει στη στρέψη κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
  4. τεχνολογίασύστημα μηχανής συρματοποίησης με οπές απ’ όπου διέρχονται μεταλλικές ράβδοι και στη συνέχεια μετατρέπονται σε σύρματα Βικιλεξικό
  5. ναυπηγικήδοκός σε επικλινή επιφάνεια, χρήσιμη για την καθέλκυση ή ανέλκυση ενός πλοίου Βικιλεξικό
  6. ναυπηγικήόχημα με τροχούς για τη μεταφορά πλοίων Βικιλεξικό
  7. ναυπηγικήσχοινί που χρησιμεύει στη στρέψη ενός ιστίου Βικιλεξικό
  8. παρωχημένοη έλξη, η έλκυση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁλκός < ἕλκω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήολκόςολκοί
Γενικήολκούολκών
Αιτιατικήολκόολκούς
Κλητικήολκέολκοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →