Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίπτυχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δύο πτυχές, δύο μέρη ή δύο ενότητες Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδύο έννοιες που ενώνονται μεταξύ τους αντίθετα ή συμπληρωματικά Βικιλεξικό
  3. ο διπλωμένος Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοδίπτυχο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίπτυχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίπτυχος Μορφολογικά αναλύεται σε δί- + πτυχ(ή) + -ος → δείτε τη λέξη πτύσσω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίπτυχοςδίπτυχηδίπτυχο
Γενικήδίπτυχουδίπτυχηςδίπτυχου
Αιτιατικήδίπτυχοδίπτυχηδίπτυχο
Κλητικήδίπτυχεδίπτυχηδίπτυχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίπτυχοιδίπτυχεςδίπτυχα
Γενικήδίπτυχωνδίπτυχωνδίπτυχων
Αιτιατικήδίπτυχουςδίπτυχεςδίπτυχα
Κλητικήδίπτυχοιδίπτυχεςδίπτυχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →