Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίτροχο

/ˈði.tɾo.xo/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μέσο μεταφορώντο όχημα που έχει δύο τροχούς ή που κινείται σε δύο τροχούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίτροχο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δίτροχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίτροχο / δίτροχοδίτροχο / δίτροχηδίτροχο / δίτροχο
Γενικήδίτροχουδίτροχουδίτροχου
Αιτιατικήδίτροχοδίτροχοδίτροχο
Κλητικήδίτροχοδίτροχοδίτροχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίτροχαδίτροχαδίτροχα
Γενικήδίτροχωνδίτροχωνδίτροχων
Αιτιατικήδίτροχαδίτροχαδίτροχα
Κλητικήδίτροχαδίτροχαδίτροχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →