δίτροχο
•
- μέσο μεταφορώντο όχημα που έχει δύο τροχούς ή που κινείται σε δύο τροχούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίτροχο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δίτροχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίτροχο / δίτροχο | δίτροχο / δίτροχη | δίτροχο / δίτροχο |
| Γενική | δίτροχου | δίτροχου | δίτροχου |
| Αιτιατική | δίτροχο | δίτροχο | δίτροχο |
| Κλητική | δίτροχο | δίτροχο | δίτροχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίτροχα | δίτροχα | δίτροχα |
| Γενική | δίτροχων | δίτροχων | δίτροχων |
| Αιτιατική | δίτροχα | δίτροχα | δίτροχα |
| Κλητική | δίτροχα | δίτροχα | δίτροχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →