δίφυλλος
•
- που έχει δύο φύλλα (για φυτό, ντουλάπα κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίφυλλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δίφυλλος Συγχρονικά αναλύεται σε (δις) δί- + -φυλλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίφυλλος | δίφυλλη | δίφυλλο |
| Γενική | δίφυλλου | δίφυλλης | δίφυλλου |
| Αιτιατική | δίφυλλο | δίφυλλη | δίφυλλο |
| Κλητική | δίφυλλε | δίφυλλη | δίφυλλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίφυλλοι | δίφυλλες | δίφυλλα |
| Γενική | δίφυλλων | δίφυλλων | δίφυλλων |
| Αιτιατική | δίφυλλους | δίφυλλες | δίφυλλα |
| Κλητική | δίφυλλοι | δίφυλλες | δίφυλλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →