Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φύλλο

/ˈfi.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βοτανικήδιακριτό μέρος φυτού στο οποίο συμβαίνει η φωτοσύνθεση Βικιλεξικό
    • τα φύλλα των δέντρων
    • Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
  2. χαρτοποιίατυποποιημένο επίπεδο κομμάτι χαρτιού Βικιλεξικό
    • Δώστε μου ένα φύλλο να σημειώσω / Φέρτε φύλλα για το φωτοτυπικό.
    • Το τετράδιο με 50 φύλλα έχει 100 σελίδες.
  3. μεταλλουργίατυποποιημένο επίπεδο κομμάτι μετάλλου Βικιλεξικό
    • Φύλλα αλουμινίου
  4. μαθηματικάεπίπεδο γεωμετρικό σχήμα που οριοθετείται από δύο τόξα κύκλων Βικιλεξικό
  5. γαστρονομίασχετικά επίπεδο και λεπτό κομμάτι ζύμης Βικιλεξικό
    • Η παχουλή Ασπασία –το ήξερα– δε θα κουνούσε από την κουζίνα μέχρι ν' ανοίξει φύλλο για να κάνει κοτόπιτα. Είχα χρόνο ώσπου να έρθει η ώρα να τη βάλει στον φούρνο.
  6. οι εφημερίδες, αλλά και έντυπα που δεν κυκλοφορούν απαραιτήτως καθημερινά Βικιλεξικό
    • Θα δημοσιευτεί η αγγελία σας στο φύλλο του Σαββάτου.
    • Θα βάλω την αγγελία μου σε ένα εβδομαδιαίο φύλλο της Πάτρας.
  7. χαρτοπαίγνιοχαρτί της τράπουλας Βικιλεξικό
    • έχω καλό φύλλο/ Θα κάνεις καμιά φορά φύλλα; Κοιμηθήκαμε! (θα μοιράσεις;)
  8. επίσημο έγγραφο Βικιλεξικό
    • φύλλο πορείας
  9. τμήματα επίπλου ή σημείων εισόδου τα οποία ανοιγοκλείνουν Βικιλεξικό
    • τα φύλλα της ντουλάπας, του παράθυρου/Δίφυλλη ντουλάπα

Ετυμολογία

φύλλο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φύλλον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφύλλοφύλλα
Γενικήφύλλουφύλλων
Αιτιατικήφύλλοφύλλα
Κλητικήφύλλοφύλλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →