φύλλο
•
- βοτανικήδιακριτό μέρος φυτού στο οποίο συμβαίνει η φωτοσύνθεση Βικιλεξικό
- τα φύλλα των δέντρων
- Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
- χαρτοποιίατυποποιημένο επίπεδο κομμάτι χαρτιού Βικιλεξικό
- Δώστε μου ένα φύλλο να σημειώσω / Φέρτε φύλλα για το φωτοτυπικό.
- Το τετράδιο με 50 φύλλα έχει 100 σελίδες.
- μεταλλουργίατυποποιημένο επίπεδο κομμάτι μετάλλου Βικιλεξικό
- Φύλλα αλουμινίου
- μαθηματικάεπίπεδο γεωμετρικό σχήμα που οριοθετείται από δύο τόξα κύκλων Βικιλεξικό
- γαστρονομίασχετικά επίπεδο και λεπτό κομμάτι ζύμης Βικιλεξικό
- Η παχουλή Ασπασία –το ήξερα– δε θα κουνούσε από την κουζίνα μέχρι ν' ανοίξει φύλλο για να κάνει κοτόπιτα. Είχα χρόνο ώσπου να έρθει η ώρα να τη βάλει στον φούρνο.
- οι εφημερίδες, αλλά και έντυπα που δεν κυκλοφορούν απαραιτήτως καθημερινά Βικιλεξικό
- Θα δημοσιευτεί η αγγελία σας στο φύλλο του Σαββάτου.
- Θα βάλω την αγγελία μου σε ένα εβδομαδιαίο φύλλο της Πάτρας.
- χαρτοπαίγνιοχαρτί της τράπουλας Βικιλεξικό
- έχω καλό φύλλο/ Θα κάνεις καμιά φορά φύλλα; Κοιμηθήκαμε! (θα μοιράσεις;)
- επίσημο έγγραφο Βικιλεξικό
- φύλλο πορείας
- τμήματα επίπλου ή σημείων εισόδου τα οποία ανοιγοκλείνουν Βικιλεξικό
- τα φύλλα της ντουλάπας, του παράθυρου/Δίφυλλη ντουλάπα
Ετυμολογία
φύλλο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φύλλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φύλλο | φύλλα |
| Γενική | φύλλου | φύλλων |
| Αιτιατική | φύλλο | φύλλα |
| Κλητική | φύλλο | φύλλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →