Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δαγκάνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η λαβίδα των Καρκινοειδών (αστακοί, καβούρια κτλ) με την οποία συλλαμβάνουν την τροφή τους Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη τανάλια, η τσιμπίδα Βικιλεξικό
    • τον έπιασε η εφορία στις δαγκάνες της
  3. μηχανολογίαη δαγκάνα των φρένων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δαγκάνα < (αναδρομικός σχηματισμός) δαγκάν(ω) + -α < δαγκώνω < δακώνω < θέμα δάκ- του αρχαίου δάκνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδαγκάναδαγκάνες
Γενικήδαγκάνας—
Αιτιατικήδαγκάναδαγκάνες
Κλητικήδαγκάναδαγκάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →