δαιμονίζω
•
- κάνω κάποιον να συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται υπό την επήρεια δαιμόνων, τον βγάζω εκτός εαυτού, τον κάνω έξαλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δαιμονίζω < ελληνιστική κοινή δαιμονίζω < αρχαία ελληνική δαίμων
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δαιμονίζω | δαιμονίζεις | δαιμονίζει | δαιμονίζουμε | δαιμονίζετε | δαιμονίζουν / δαιμονίζουνε |
| Παρατατικός | δαιμόνιζα | δαιμόνιζες | δαιμόνιζε | δαιμονίζαμε | δαιμονίζατε | δαιμονίζαν / δαιμονίζανε / δαιμόνιζαν |
| Αόριστος | δαιμόνισα | δαιμόνισες | δαιμόνισε | δαιμονίσαμε | δαιμονίσατε | δαιμονίσαν / δαιμονίσανε / δαιμόνισαν |
| Μέλλοντας | θα δαιμονίζω / θα δαιμονίσω | θα δαιμονίζεις / θα δαιμονίσεις | θα δαιμονίζει / θα δαιμονίσει | θα δαιμονίζουμε / θα δαιμονίσουμε | θα δαιμονίζετε / θα δαιμονίσετε | θα δαιμονίζουν / θα δαιμονίζουνε / θα δαιμονίσουν / θα δαιμονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δαιμονίσει | έχεις δαιμονίσει | έχει δαιμονίσει | έχουμε δαιμονίσει | έχετε δαιμονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δαιμονίσει | είχες δαιμονίσει | είχε δαιμονίσει | είχαμε δαιμονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δαιμονίσει / να δαιμονίζω / να δαιμονίσω | να έχεις δαιμονίσει / να δαιμονίζεις / να δαιμονίσεις | να έχει δαιμονίσει / να δαιμονίζει / να δαιμονίσει | να έχουμε δαιμονίσει / να δαιμονίζουμε / να δαιμονίσουμε | να έχετε δαιμονίσει / να δαιμονίζετε / να δαιμονίσετε | να δαιμονίζουν / να δαιμονίζουνε / να δαιμονίσουν / να δαιμονίσουνε |
| Προστακτική | — | δαιμόνιζε / δαιμόνισε | — | — | δαιμονίζετε / δαιμονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →