Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δαίμονας

/ˈðe.mo.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κακοποιό πνεύμα Βικιλεξικό
    • Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1971, σελ. 520)
  2. άνθρωπος πανέξυπνος που βρίσκει πάντα τρόπο να πετυχαίνει αυτό που θέλει Βικιλεξικό
  3. άνθρωπος καταχθόνιος Βικιλεξικό
  4. διαδικτυακή αργκόπρόγραμμα το οποίο εκτελείται στο παρασκήνιο (χωρίς να έχει εμφανές γραφικό περιβάλλον), υπηρεσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δαίμονας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δαίμονας < αρχαία ελληνική δαίμων

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδαίμοναςδαίμονες
Γενικήδαίμοναδαιμόνων
Αιτιατικήδαίμοναδαίμονες
Κλητικήδαίμοναδαίμονες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →