δαίμονας
•
- κακοποιό πνεύμα Βικιλεξικό
- Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1971, σελ. 520)
- άνθρωπος πανέξυπνος που βρίσκει πάντα τρόπο να πετυχαίνει αυτό που θέλει Βικιλεξικό
- άνθρωπος καταχθόνιος Βικιλεξικό
- διαδικτυακή αργκόπρόγραμμα το οποίο εκτελείται στο παρασκήνιο (χωρίς να έχει εμφανές γραφικό περιβάλλον), υπηρεσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δαίμονας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δαίμονας < αρχαία ελληνική δαίμων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δαίμονας | δαίμονες |
| Γενική | δαίμονα | δαιμόνων |
| Αιτιατική | δαίμονα | δαίμονες |
| Κλητική | δαίμονα | δαίμονες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →