δακρύζω
•
- κλαίω, βγάζω δάκρυα (σταγόνες νερού) από τις άκρες των ματιών μου λόγω έντονης λύπης ή χαράς, αλλά και ως φυσιολογική αντίδραση σε εξωτερικό ερέθισμα όπως για παράδειγμα το κόψιμο κρεμμυδιού Βικιλεξικό
- Ήπια μονορούφι τη βυσσινάδα κι άρχισα να διαβάζω και χωρίς να το θέλω η φωνή μου έτρεμε από συγκίνηση, Αν η Θοδώρα είχε δακρύσει ακούγοντας το γράμμα, η Βασιλική πλάνταξε στο κλάμα. (Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)
Ετυμολογία
δακρύζω < αρχαία ελληνική δακρύω < δάκρυ / δάκρυον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dáḱru < *dr̥ḱ-h₂eḱru
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δακρύζω | δακρύζεις | δακρύζει | δακρύζουμε | δακρύζετε | δακρύζουν / δακρύζουνε |
| Παρατατικός | δάκρυζα | δάκρυζες | δάκρυζε | δακρύζαμε | δακρύζατε | δάκρυζαν / δακρύζαν / δακρύζανε |
| Αόριστος | δάκρυσα | δάκρυσες | δάκρυσε | δακρύσαμε | δακρύσατε | δάκρυσαν / δακρύσαν / δακρύσανε |
| Μέλλοντας | θα δακρύζω / θα δακρύσω | θα δακρύζεις / θα δακρύσεις | θα δακρύζει / θα δακρύσει | θα δακρύζουμε / θα δακρύσουμε | θα δακρύζετε / θα δακρύσετε | θα δακρύζουν / θα δακρύζουνε / θα δακρύσουν / θα δακρύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δακρύσει | έχεις δακρύσει | έχει δακρύσει | έχουμε δακρύσει | έχετε δακρύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δακρύσει | είχες δακρύσει | είχε δακρύσει | είχαμε δακρύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δακρύσει / να δακρύζω / να δακρύσω | να έχεις δακρύσει / να δακρύζεις / να δακρύσεις | να έχει δακρύσει / να δακρύζει / να δακρύσει | να έχουμε δακρύσει / να δακρύζουμε / να δακρύσουμε | να έχετε δακρύσει / να δακρύζετε / να δακρύσετε | να δακρύζουν / να δακρύζουνε / να δακρύσουν / να δακρύσουνε |
| Προστακτική | — | δάκρυζε / δάκρυσε | — | — | δακρύζετε / δακρύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →