δακτυλίωση
•
- ορνιθολογίαη σήμανση πτηνού με ειδικό μεταλλικό ή πλαστικό δαχτυλίδι (συνήθως στο πόδι), ώστε να αναγνωρίζεται ατομικά και να παρακολουθούνται οι μετακινήσεις ή/και στοιχεία της ζωής του για επιστημονική μελέτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δακτυλίωση < δακτυλιώ(νω) + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική ringing)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δακτυλίωση | δακτυλιώσεις |
| Γενική | δακτυλίωσης | δακτυλιώσεων |
| Αιτιατική | δακτυλίωση | δακτυλιώσεις |
| Κλητική | δακτυλίωση | δακτυλιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →