δακτυλογραφικός
•
- σχετικός με τη δακτυλογραφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δακτυλογραφικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δακτυλογραφικός | δακτυλογραφική | δακτυλογραφικό |
| Γενική | δακτυλογραφικού | δακτυλογραφικής | δακτυλογραφικού |
| Αιτιατική | δακτυλογραφικό | δακτυλογραφική | δακτυλογραφικό |
| Κλητική | δακτυλογραφικέ | δακτυλογραφική | δακτυλογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δακτυλογραφικοί | δακτυλογραφικές | δακτυλογραφικά |
| Γενική | δακτυλογραφικών | δακτυλογραφικών | δακτυλογραφικών |
| Αιτιατική | δακτυλογραφικούς | δακτυλογραφικές | δακτυλογραφικά |
| Κλητική | δακτυλογραφικοί | δακτυλογραφικές | δακτυλογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →