Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δακτυλογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη δακτυλογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δακτυλογραφικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδακτυλογραφικόςδακτυλογραφικήδακτυλογραφικό
Γενικήδακτυλογραφικούδακτυλογραφικήςδακτυλογραφικού
Αιτιατικήδακτυλογραφικόδακτυλογραφικήδακτυλογραφικό
Κλητικήδακτυλογραφικέδακτυλογραφικήδακτυλογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδακτυλογραφικοίδακτυλογραφικέςδακτυλογραφικά
Γενικήδακτυλογραφικώνδακτυλογραφικώνδακτυλογραφικών
Αιτιατικήδακτυλογραφικούςδακτυλογραφικέςδακτυλογραφικά
Κλητικήδακτυλογραφικοίδακτυλογραφικέςδακτυλογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →