δακτυλογραφώ
•
- πληκτρολογώ ένα κείμενο σε γραφομηχανή ή ηλεκτρονικό υπολογιστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δακτυλογραφώ < μεσαιωνική ελληνική δακτυλογραφέω / δακτυλογραφῶ < αρχαία ελληνική δάκτυλος + γράφω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική dactylographier )
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δακτυλογραφώ | δακτυλογραφείς | δακτυλογραφεί | δακτυλογραφούμε | δακτυλογραφείτε | δακτυλογραφούν / δακτυλογραφούνε |
| Παρατατικός | δακτυλογραφούσα | δακτυλογραφούσες | δακτυλογραφούσε | δακτυλογραφούσαμε | δακτυλογραφούσατε | δακτυλογραφούσαν / δακτυλογραφούσανε |
| Αόριστος | δακτυλογράφησα | δακτυλογράφησες | δακτυλογράφησε | δακτυλογραφήσαμε | δακτυλογραφήσατε | δακτυλογράφησαν / δακτυλογραφήσαν / δακτυλογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα δακτυλογραφήσω / θα δακτυλογραφώ | θα δακτυλογραφήσεις / θα δακτυλογραφείς | θα δακτυλογραφήσει / θα δακτυλογραφεί | θα δακτυλογραφήσουμε / θα δακτυλογραφούμε | θα δακτυλογραφήσετε / θα δακτυλογραφείτε | θα δακτυλογραφήσουν / θα δακτυλογραφήσουνε / θα δακτυλογραφούν / θα δακτυλογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω δακτυλογραφήσει | έχεις δακτυλογραφήσει | έχει δακτυλογραφήσει | έχουμε δακτυλογραφήσει | έχετε δακτυλογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δακτυλογραφήσει | είχες δακτυλογραφήσει | είχε δακτυλογραφήσει | είχαμε δακτυλογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δακτυλογραφήσει / να δακτυλογραφήσω / να δακτυλογραφώ | να έχεις δακτυλογραφήσει / να δακτυλογραφήσεις / να δακτυλογραφείς | να έχει δακτυλογραφήσει / να δακτυλογραφήσει / να δακτυλογραφεί | να έχουμε δακτυλογραφήσει / να δακτυλογραφήσουμε / να δακτυλογραφούμε | να έχετε δακτυλογραφήσει / να δακτυλογραφήσετε / να δακτυλογραφείτε | να δακτυλογραφήσουν / να δακτυλογραφήσουνε / να δακτυλογραφούν / να δακτυλογραφούνε |
| Προστακτική | — | δακτυλογράφει / δακτυλογράφησε | — | — | δακτυλογραφήστε / δακτυλογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →