δακτυλογράφος
•
- επάγγελμαπου έχει σαν επάγγελμα τη δακτυλογραφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δακτυλογράφος < δάκτυλ(ος) + -ο- + -γράφος, (άμεσο δάνειο) γαλλική dactylographe
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δακτυλογράφος | δακτυλογράφοι |
| Γενική | δακτυλογράφου | δακτυλογράφων |
| Αιτιατική | δακτυλογράφο | δακτυλογράφους |
| Κλητική | δακτυλογράφε | δακτυλογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →