δαμαλίζω
•
- ιατρικήκάνω σε κάποιον το εμβόλιο για την ευλογιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δαμαλίζω < δαμαλίτις / δαμαλίδα + -ίζω < αρχαία ελληνική δάμαλις < δαμάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δαμαλίζω | δαμαλίζεις | δαμαλίζει | δαμαλίζουμε | δαμαλίζετε | δαμαλίζουν / δαμαλίζουνε |
| Παρατατικός | δαμάλιζα | δαμάλιζες | δαμάλιζε | δαμαλίζαμε | δαμαλίζατε | δαμάλιζαν / δαμαλίζαν / δαμαλίζανε |
| Αόριστος | δαμάλισα | δαμάλισες | δαμάλισε | δαμαλίσαμε | δαμαλίσατε | δαμάλισαν / δαμαλίσαν / δαμαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα δαμαλίζω / θα δαμαλίσω | θα δαμαλίζεις / θα δαμαλίσεις | θα δαμαλίζει / θα δαμαλίσει | θα δαμαλίζουμε / θα δαμαλίσουμε | θα δαμαλίζετε / θα δαμαλίσετε | θα δαμαλίζουν / θα δαμαλίζουνε / θα δαμαλίσουν / θα δαμαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δαμαλίσει | έχεις δαμαλίσει | έχει δαμαλίσει | έχουμε δαμαλίσει | έχετε δαμαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δαμαλίσει | είχες δαμαλίσει | είχε δαμαλίσει | είχαμε δαμαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δαμαλίσει / να δαμαλίζω / να δαμαλίσω | να έχεις δαμαλίσει / να δαμαλίζεις / να δαμαλίσεις | να έχει δαμαλίσει / να δαμαλίζει / να δαμαλίσει | να έχουμε δαμαλίσει / να δαμαλίζουμε / να δαμαλίσουμε | να έχετε δαμαλίσει / να δαμαλίζετε / να δαμαλίσετε | να δαμαλίζουν / να δαμαλίζουνε / να δαμαλίσουν / να δαμαλίσουνε |
| Προστακτική | — | δαμάλιζε / δαμάλισε | — | — | δαμαλίζετε / δαμαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →