δαμάλι
•
- θηλαστικό ζώομικρό μοσχάρι («2-3 ετών») Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δαμάλι < μεσαιωνική ελληνική δαμάλι(ν) < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική δάμαλις < δαμάζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *demh₂- (δαμάζω, εξημερώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δαμάλι | δαμάλια |
| Γενική | δαμαλιού | δαμαλιών |
| Αιτιατική | δαμάλι | δαμάλια |
| Κλητική | δαμάλι | δαμάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →