δανείστρια
•
- αυτή που χορηγεί ένα χρηματικό δάνειο Βικιλεξικό
- Στις συμβάσεις εργασίας που συνάπτουν γυναίκες μνημονεύονται τα εξής γυναικεία επαγγέλματα: τροφός, υπηρέτρια, υφάντρα, ράφτρα, βυρσοδέψις, τσαγκάρισσα, ταβερνάρισσα —αλλά και μαμή και πρακτική γιατρός. Η αμοιβή του άντρα μπορούσε να είναι ακόμη και τριπλάσια από τη γυναικεία. Γυναίκες αναφέρονται, μόνες ή συνεταιρικά, να ασχολούνται με το εμπόριο ή να είναι δανείστριες. Τέλος, στην πελατεία των νοταρίων ανήκουν και οι μοναχές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα έγγραφα από συναλλαγές μοναχών και ζωγράφων.
Ετυμολογία
δανείστρια < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δανείστρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δανείστρια | δανείστριες |
| Γενική | δανείστριας | δανειστριών |
| Αιτιατική | δανείστρια | δανείστριες |
| Κλητική | δανείστρια | δανείστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →