Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δανεικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον έχει δανείσει κάποιος σε κάποιον άλλον (συνήθως για χρήματα ή αντικείμενα) Βικιλεξικό
    • γυρνάει με δανεικά ρούχα
    • Ο Έλληνας μεσοεπιθετικός είχε αγωνιστεί και στο παρελθόν με τη φανέλα του Λεβαδειακού, όταν τη διετία 2021-2023 ήταν δανεικός από τον ΠΑΟΚ.

Ετυμολογία

δανεικός < μεσαιωνική ελληνική δανεικός < δάνειον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδανεικόςδανεικήδανεικό
Γενικήδανεικούδανεικήςδανεικού
Αιτιατικήδανεικόδανεικήδανεικό
Κλητικήδανεικέδανεικήδανεικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδανεικοίδανεικέςδανεικά
Γενικήδανεικώνδανεικώνδανεικών
Αιτιατικήδανεικούςδανεικέςδανεικά
Κλητικήδανεικοίδανεικέςδανεικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →