δανειστικός
•
- σχετικός με τη χορήγηση δανείου Βικιλεξικό
- που δανείζει Βικιλεξικό
- δανειστική βιβλιοθήκη
- Για το σκοπό αυτό το Ίδρυμα έχει συγκροτήσει δανειστική ιματιοθήκη έθνικ φορεσιές πού λειτουργεῖ συστηματικά ἀπό τό 1975 κι ἔχει όργανώσει μαθήματα ἑλληνικῶν χορῶν στο Ναύπλιο (Αγροτική Τράπεζα, μηνιαία ενημερωτική-επικοινωνιακή έκδοση της ΑΤΕ, τεύχη 45-56, 1979, σελ. 10)
Ετυμολογία
δανειστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δανειστικός < αρχαία ελληνική δανείζω, δανεισ- + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δανειστικός | δανειστική | δανειστικό |
| Γενική | δανειστικού | δανειστικής | δανειστικού |
| Αιτιατική | δανειστικό | δανειστική | δανειστικό |
| Κλητική | δανειστικέ | δανειστική | δανειστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δανειστικοί | δανειστικές | δανειστικά |
| Γενική | δανειστικών | δανειστικών | δανειστικών |
| Αιτιατική | δανειστικούς | δανειστικές | δανειστικά |
| Κλητική | δανειστικοί | δανειστικές | δανειστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →