Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δανειστικός

/ða.ni.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη χορήγηση δανείου Βικιλεξικό
  2. που δανείζει Βικιλεξικό
    • δανειστική βιβλιοθήκη
    • Για το σκοπό αυτό το Ίδρυμα έχει συγκροτήσει δανειστική ιματιοθήκη έθνικ φορεσιές πού λειτουργεῖ συστηματικά ἀπό τό 1975 κι ἔχει όργανώσει μαθήματα ἑλληνικῶν χορῶν στο Ναύπλιο (Αγροτική Τράπεζα, μηνιαία ενημερωτική-επικοινωνιακή έκδοση της ΑΤΕ, τεύχη 45-56, 1979, σελ. 10)

Ετυμολογία

δανειστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δανειστικός < αρχαία ελληνική δανείζω, δανεισ- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδανειστικόςδανειστικήδανειστικό
Γενικήδανειστικούδανειστικήςδανειστικού
Αιτιατικήδανειστικόδανειστικήδανειστικό
Κλητικήδανειστικέδανειστικήδανειστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδανειστικοίδανειστικέςδανειστικά
Γενικήδανειστικώνδανειστικώνδανειστικών
Αιτιατικήδανειστικούςδανειστικέςδανειστικά
Κλητικήδανειστικοίδανειστικέςδανειστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →