δαντέλα
•
- ύφασμαλεπτό διάτρητο πλέγμα από λινή, μεταξωτή ή βαμβακερή κλωστή και με επαναλαμβανόμενα διακοσμητικά μοτίβα Βικιλεξικό
- Ἡ μεγάλη κεντητὴ κασέλα μὲ τὸ σεντονιαρισμένο πάπλωμα, τὰ μπάσια τὰ χαμηλὰ μὲ τὶς μαξιλάρες ὁλόγυρα καὶ τὰ κιλίμια, ἡ μπουχαροποδιά χιονάτη μὲ περίγυρο πλεχτὴ δαντέλα μὲ τὸ βελονάκι. (Ερμηνεία Φωτιάδου, Η Αλβανία σήμερα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 15 https://exploral.eu/explore/uploads/balkaneana/pdfs/566e7c3654bff.pdf)
- Ἄνωθεν τοῦ γόνατος ἡ καλτσοδέτα ἐκ λευκῆς δαντέλας περιενδύουσα τὸ ἐλαστικὸν συνεκράτει τὴν κάλτσαν καὶ πιέζουσα τὴν σάρκα τὴν ἀπώθει πρὸς τὸ γόνατον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο παχύτερον καὶ στρογγυλώτερον. (Ν. Ι. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας, έκδοσις πρώτη, τόμος δεύτερος, Αθήνα, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 397 https://books.google.gr/books?id=Dq7qzPQqOCsC&newbks=0&printsec=frontcover&pg=PA397&dq=%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%84%CE%B1&hl=en&source=newbks_fb&redir_esc=y#v=onepage&q=%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%84%CE%B1&f=false)
Ετυμολογία
δαντέλα < (άμεσο δάνειο) γαλλική dentelle < dent + -elle < παλαιά γαλλική dent < λατινική dentem, αιτιατική του dens < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃dénts, *h₃dónts
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δαντέλα | δαντέλες |
| Γενική | δαντέλας | δαντελών |
| Αιτιατική | δαντέλα | δαντέλες |
| Κλητική | δαντέλα | δαντέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →