δαντελένιος
•
- φτιαγμένος από δαντέλα Βικιλεξικό
- δαντελένιο τραπεζομάντιλο
- Αυτή ήταν η κυρία Νίτσα, μητέρα Μενελάου, ιδιοκτήτρια βίλας με κοτέτσι. Μαλλί κόκαλο από τη λακ, δαντελένιο ταγέρ μαύρο, καρφίτσα στο πέτο, καλσόν με ραφή -για μεγαλύτερη επισημότητα- και παντούφλα λουστρίνι- για μεγαλύτερη άνεση (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- άλλες μορφές: νταντελένιος, ταντελένιος
Ετυμολογία
δαντελένιος < δαντέλ(α) + -ένιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δαντελένιος | δαντελένια / δαντελένιια | δαντελένιιο / δαντελένιο |
| Γενική | δαντελένιου | δαντελένιας | δαντελένιου |
| Αιτιατική | δαντελένιο | δαντελένια | δαντελένιο |
| Κλητική | δαντελένιε | δαντελένια | δαντελένιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δαντελένιοι | δαντελένιες | δαντελένια |
| Γενική | δαντελένιων | δαντελένιων | δαντελένιων |
| Αιτιατική | δαντελένιους | δαντελένιες | δαντελένια |
| Κλητική | δαντελένιοι | δαντελένιες | δαντελένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →