δασκαλάκι
•
- κυριολεκτικάο νεαρός δάσκαλος· (κατ’ επέκταση) ο άπειρος δάσκαλος Βικιλεξικό
- — Θυμᾶσαι, Ἐσμέ, θυμᾶσαι; Τὶ κάνει ὁ ὑπαστυνόμος ὁ Τοῦρκος, ποὺ ἀλλαξοπίστησες γι’ αὐτόν; Καὶ μένα τὸ δασκαλάκι σου, μὲ θυμᾶσαι;
- μειωτικόδάσκαλος χωρίς θέση κύρους σε μια κοινωνία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασκαλάκι < δάσκαλ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασκαλάκι | δασκαλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | δασκαλάκι | δασκαλάκια |
| Κλητική | δασκαλάκι | δασκαλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →