Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασκαλικός

/ða.ska.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκπαίδευσησυνώνυμο του διδασκαλικός Βικιλεξικό
  2. σκωπτικόπου θυμίζει τις συνήθειες δασκάλου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δασκαλικός < → λείπει η ετυμολογία → δείτε τη λέξη διδασκαλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασκαλικόςδασκαλικήδασκαλικό
Γενικήδασκαλικούδασκαλικήςδασκαλικού
Αιτιατικήδασκαλικόδασκαλικήδασκαλικό
Κλητικήδασκαλικέδασκαλικήδασκαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασκαλικοίδασκαλικέςδασκαλικά
Γενικήδασκαλικώνδασκαλικώνδασκαλικών
Αιτιατικήδασκαλικούςδασκαλικέςδασκαλικά
Κλητικήδασκαλικοίδασκαλικέςδασκαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →