δασκαλικός
•
- εκπαίδευσησυνώνυμο του διδασκαλικός Βικιλεξικό
- σκωπτικόπου θυμίζει τις συνήθειες δασκάλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασκαλικός < → λείπει η ετυμολογία → δείτε τη λέξη διδασκαλικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δασκαλικός | δασκαλική | δασκαλικό |
| Γενική | δασκαλικού | δασκαλικής | δασκαλικού |
| Αιτιατική | δασκαλικό | δασκαλική | δασκαλικό |
| Κλητική | δασκαλικέ | δασκαλική | δασκαλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δασκαλικοί | δασκαλικές | δασκαλικά |
| Γενική | δασκαλικών | δασκαλικών | δασκαλικών |
| Αιτιατική | δασκαλικούς | δασκαλικές | δασκαλικά |
| Κλητική | δασκαλικοί | δασκαλικές | δασκαλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →