Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασμολογητέος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πρέπει να δασμολογηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δασμολογητέος < δασμολογώ + -τέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασμολογητέοςδασμολογητέαδασμολογητέο
Γενικήδασμολογητέουδασμολογητέαςδασμολογητέου
Αιτιατικήδασμολογητέοδασμολογητέαδασμολογητέο
Κλητικήδασμολογητέεδασμολογητέαδασμολογητέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασμολογητέοιδασμολογητέεςδασμολογητέα
Γενικήδασμολογητέωνδασμολογητέωνδασμολογητέων
Αιτιατικήδασμολογητέουςδασμολογητέεςδασμολογητέα
Κλητικήδασμολογητέοιδασμολογητέεςδασμολογητέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →